Αν η Άγκυρα κάνει πράξη το casus belli | Η Γαλλία, το Ισραήλ και ο “γρίφος” του ΝΑΤΟ

 Αν η Άγκυρα κάνει πράξη το casus belli | Η Γαλλία, το Ισραήλ και ο “γρίφος” του ΝΑΤΟ

Αιγαίο: Η κρίση που κανείς δεν θέλει – αλλά όλοι πλέον προετοιμάζονται για αυτήν | Τι θα έκαναν Γαλλία, Ισραήλ και ΝΑΤΟ

Οι τελευταίες 48 ώρες δεν δείχνουν ότι Αθήνα και Άγκυρα οδεύουν άμεσα προς τα άκρα. Δείχνουν όμως κάτι διαφορετικό και ίσως σημαντικότερο, πίσω από τους ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας, η Ελλάδα διαμορφώνει ένα πολύ διαφορετικό περιβάλλον αποτροπής στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ανανεωμένη στρατηγική συμφωνία με τη Γαλλία, η πρωτοφανής αμυντική συνεργασία με το Ισραήλ και η ιδιότητα Ελλάδας και Τουρκίας ως μελών του ΝΑΤΟ δημιουργούν μια εξίσωση πολύ πιο σύνθετη από εκείνη μιας κλασικής ελληνοτουρκικής κρίσης.

Η εικόνα που διαμορφώνεται το πρωί της 9ης Σεπτεμβρίου δεν δικαιολογεί κινδυνολογία. Δεν υπάρχει, από τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, στρατιωτική κινητοποίηση που να παραπέμπει σε άμεση κρίση τύπου 2020. Υπάρχει όμως σαφής σκλήρυνση της δημόσιας ρητορικής γύρω από τα θεμελιώδη ζητήματα του Αιγαίου.

Ο Κυρ. Μητσοτάκης επανέλαβε στη ΔΕΘ ότι η Ελλάδα διατηρεί το «αναφαίρετο δικαίωμα» επέκτασης των χωρικών της υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, όταν και όπως κρίνει η ίδια, χωρίς ωστόσο να ανακοινώσει απόφαση ή χρονοδιάγραμμα. Παράλληλα ξεκαθάρισε ότι η Αθήνα δεν πρόκειται να συζητήσει τις πρόσθετες διεκδικήσεις που θέτει η Τουρκία και ότι δεν θα ζητήσει την άδεια κανενός για τον τρόπο με τον οποίο εξοπλίζεται.

Από την άλλη πλευρά, ο Recep Tayyip Erdoğan είχε ήδη επαναφέρει προσωπικά το ζήτημα της στρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών. Στις 2 Σεπτεμβρίου κάλεσε την Ελλάδα να «αλλάξει πορεία», υποστηρίζοντας ότι ορισμένα νησιά έχουν καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης και προειδοποιώντας να μην εκληφθεί η «ήρεμη και ορθολογική» στάση της Άγκυρας ως αδυναμία.

Αυτό σημαίνει ότι οι δύο πλευρές εξακολουθούν να συνομιλούν, αλλά οι κόκκινες γραμμές τους παραμένουν σε κρίσιμα σημεία ασύμβατες.

Η κίνηση της 8ης Σεπτεμβρίου που έχει ιδιαίτερη σημασία

 

Στις 8 Σεπτεμβρίου, μετά την τριμερή Ελλάδας–Κύπρου–Αιγύπτου στο Ελ Αλαμέιν, ο Έλληνας πρωθυπουργός δήλωσε ότι η Αθήνα επιδιώκει σταθερότητα και σχέσεις καλής γειτονίας βάσει του διεθνούς δικαίου, αλλά πρόσθεσε μία χαρακτηριστική φράση:

«Η σταθερότητα σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει υποχώρηση ή αποδοχή τετελεσμένων».

Παράλληλα, Ελλάδα, Κύπρος και Αίγυπτος επανέφεραν στο επίκεντρο τη θαλάσσια ασφάλεια, την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και τις ενεργειακές διασυνδέσεις της Ανατολικής Μεσογείου.

Αυτό δεν συνιστά κλιμάκωση απέναντι στην Τουρκία. Δείχνει όμως ότι η ελληνική στρατηγική επιχειρεί να εντάξει το Αιγαίο σε ένα ευρύτερο πλέγμα περιφερειακών συνεργασιών.

Και εδώ βρίσκεται ίσως το πραγματικό νέο στοιχείο.


Γαλλία: Ο παράγοντας που δεν μπορεί να αγνοήσει η Άγκυρα

Η περίπτωση της Γαλλίας είναι η πιο ξεκάθαρη από τις τρεις.

Τον Απρίλιο του 2026 Ελλάδα και Γαλλία ανανέωσαν για ακόμη πέντε χρόνια τη στρατηγική αμυντική συμφωνία τους, με πρόβλεψη αυτόματης ανανέωσης. Η συμφωνία διατηρεί τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής σε περίπτωση επίθεσης.

Μάλιστα, κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα στις 25 Απριλίου, ο Μητσοτάκης δήλωσε δημοσίως ότι ο Emmanuel Macron είχε επαναλάβει ξεκάθαρα πως, εάν η Ελλάδα χρειαστεί τη βοήθεια της Γαλλίας, «η Γαλλία θα είναι εκεί».

Εδώ όμως απαιτείται μια σημαντική διάκριση.

Η ελληνογαλλική συμφωνία δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως αυτόματος μηχανισμός γαλλικής στρατιωτικής εμπλοκής σε οποιοδήποτε επεισόδιο στο Αιγαίο.

Η ρήτρα αφορά ένοπλη επίθεση εναντίον της επικράτειας των δύο κρατών. Το εάν ένα συγκεκριμένο περιστατικό σε υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ ή διεθνή ύδατα θα πληρούσε τις προϋποθέσεις ενεργοποίησής της θα εξαρτιόταν από τα πραγματικά και νομικά χαρακτηριστικά του επεισοδίου.

Ακριβώς γι’ αυτό η πρόσφατη αναφορά Μητσοτάκη στο Great Sea Interconnector παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο πρωθυπουργός είπε ότι η Τουρκία δεν διαθέτει νόμιμο λόγο να εμποδίσει το έργο και αποκάλυψε ότι η Αθήνα βρίσκεται «σε συνεννόηση με τη Γαλλία για όλα τα ενδεχόμενα».

Αυτή η φράση δεν ισοδυναμεί με δέσμευση στρατιωτικής επέμβασης.

Αποτελεί όμως σαφές μήνυμα ότι το Παρίσι βρίσκεται πλέον μέσα στον ελληνικό στρατηγικό σχεδιασμό για την Ανατολική Μεσόγειο.


Ισραήλ: Στρατηγικός εταίρος, όχι αυτόματος στρατιωτικός σύμμαχος

Ακόμη μεγαλύτερη προσοχή χρειάζεται στην περίπτωση του Ισραήλ.

Στις 31 Αυγούστου υπεγράφη η συμφωνία περίπου 3 δισ. ευρώ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», τη μεγαλύτερη αμυντική συμφωνία στην ιστορία των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων.

Το Ισραήλ θα αναπτύξει για την Ελλάδα ολοκληρωμένη πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική αεράμυνας, με David’s Sling, SPYDER, BARAK MX, ραντάρ πολλαπλών αποστολών και νέο εθνικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου. Υπεγράφη επιπλέον συμφωνία €26 εκατ. για συστήματα Drone Dome.

Ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας Israel Katz χαρακτήρισε την Ελλάδα στρατηγικό εταίρο και μίλησε για «κοινά στρατηγικά συμφέροντα» και «κοινές περιφερειακές προκλήσεις».

Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό.

Δεν σημαίνει όμως ότι υπάρχει ελληνοϊσραηλινή ρήτρα αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής αντίστοιχη της γαλλικής.

Συνεπώς, σε περίπτωση ελληνοτουρκικής κρίσης, δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο ότι ισραηλινές δυνάμεις θα εμπλέκονταν στρατιωτικά.

Το πιθανότερο είναι ότι η στάση της Ιερουσαλήμ θα καθοριζόταν από το είδος της κρίσης, το ποιος θεωρείται υπεύθυνος για την έναρξή της, τις σχέσεις Ισραήλ–Τουρκίας εκείνη τη στιγμή και τα ισραηλινά συμφέροντα στη Συρία και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Αυτό που ήδη έχει αλλάξει όμως είναι άλλο… η ελληνική αεράμυνα των επόμενων ετών θα στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό σε ισραηλινή τεχνολογία και τεχνογνωσία.

Άρα το Ισραήλ μπαίνει στην ελληνική εξίσωση αποτροπής ακόμη και χωρίς να χρειαστεί να στείλει ούτε ένα ισραηλινό αεροσκάφος στο Αιγαίο.


Και το ΝΑΤΟ; Εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη παρανόηση

Η περίπτωση του NATO είναι πολύ διαφορετική.

Ελλάδα και Τουρκία είναι αμφότερες μέλη της Συμμαχίας.

Το Άρθρο 5 προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός συμμάχου θεωρείται επίθεση εναντίον όλων. Ακόμη και τότε, όμως, κάθε σύμμαχος λαμβάνει τα μέτρα που θεωρεί αναγκαία και η συνδρομή δεν σημαίνει αυτομάτως στρατιωτική δράση συγκεκριμένης μορφής.

Σε ένα ένοπλο επεισόδιο μεταξύ δύο κρατών-μελών, επομένως, δεν υπάρχει ένας απλός μηχανισμός με τον οποίο «το ΝΑΤΟ θα πολεμήσει στο πλευρό του ενός εναντίον του άλλου».

Το πιθανότερο πρώτο αντανακλαστικό της Συμμαχίας θα ήταν πολιτικό και στρατιωτικό de-escalation: επικοινωνία με Αθήνα και Άγκυρα, πίεση για κατάπαυση πυρός, αποφυγή περαιτέρω κινήσεων και προσπάθεια δημιουργίας μηχανισμού αποκλιμάκωσης.

Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει μια ελληνοτουρκική σύγκρουση τόσο προβληματική για τη Συμμαχία. Δύο σημαντικά μέλη της νοτιοανατολικής πτέρυγας θα βρίσκονταν αντιμέτωπα την ώρα που το ΝΑΤΟ έχει τεράστιες υποχρεώσεις από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο.


Το πραγματικό σενάριο κρίσης

Το πιο επικίνδυνο σενάριο σήμερα, είναι μια αλυσίδα γεγονότων.

Ένα ερευνητικό ή καλωδιακό πλοίο, μια NAVTEX, παρουσία πολεμικών πλοίων, παρεμπόδιση εργασιών, επικίνδυνοι ελιγμοί, ενα ατύχημα ή μία λανθασμένη εκτίμηση.

Και στη συνέχεια η πολιτική πίεση που κάνει δύσκολη την υποχώρηση οποιασδήποτε πλευράς.

Η υπόθεση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου είναι χαρακτηριστική ακριβώς επειδή προηγούμενες υποθαλάσσιες έρευνες ανατολικά Κάσου και Καρπάθου είχαν συνοδευτεί από παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων. Η Αθήνα δηλώνει τώρα ότι οι εργασίες πρέπει να επανεκκινήσουν μέσα στους επόμενους μήνες και ότι βρίσκεται σε συνεννόηση με τη Γαλλία για κάθε ενδεχόμενο.

Εκεί μπορεί να βρίσκεται ένα από τα πραγματικά τεστ των ελληνοτουρκικών σχέσεων του επόμενου διαστήματος.


Τα σημερινά δεδομένα για ένα επεισόδιο χωρίς γυρισμό

Με βάση τις εξελίξεις έως και σήμερα, η εκτίμηση είναι ότι ο άμεσος κίνδυνος σύγκρουσης δεν έχει αυξηθεί αισθητά σε σχέση με τις 8 Σεπτεμβρίου.

Δεν υπάρχει νέα επιβεβαιωμένη στρατιωτική ανάπτυξη ή επεισόδιο που να δικαιολογεί διαφορετικό συμπέρασμα.

Υπάρχει όμως αυξημένο στρατηγικό υπόβαθρο έντασης.

Η Άγκυρα επαναφέρει τη στρατιωτικοποίηση των νησιών.

Η Αθήνα επαναφέρει δημόσια τα 12 μίλια και επιμένει στην υλοποίηση θαλάσσιων και ενεργειακών σχεδιασμών.

Η Ελλάδα έχει ανανεώσει την αμυντική συμφωνία με τη Γαλλία.

Και μέσα σε λίγες ημέρες υπέγραψε με το Ισραήλ τη μεγαλύτερη αμυντική συμφωνία στην ιστορία των δύο χωρών.

Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μόλις τον Φεβρουάριο Αθήνα και Άγκυρα επαναβεβαίωσαν επίσημα την πρόθεσή τους για σχέσεις καλής γειτονίας και ειρηνική συνύπαρξη στο πλαίσιο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας.

Επομένως, δεν βρισκόμαστε μπροστά σε προαναγγελία πολέμου.

Βρισκόμαστε όμως μπροστά σε κάτι που αξίζει ίσως μεγαλύτερη προσοχή:

Το Αιγαίο του 2026 δεν είναι πλέον το Αιγαίο μιας αποκλειστικά ελληνοτουρκικής εξίσωσης.

Η Γαλλία έχει συμβατική σχέση αμοιβαίας συνδρομής με την Ελλάδα. Το Ισραήλ μετατρέπεται σε έναν από τους σημαντικότερους τεχνολογικούς και αμυντικούς εταίρους της Αθήνας.

Γι’ αυτό και το κρίσιμο ερώτημα προς την Άγκυρα δεν χρειάζεται υπερβολές:

Εάν κάποια στιγμή ξεσπάσει πραγματική κρίση στο Αιγαίο, μπορεί πράγματι δεν μπορεί οποιαδήποτε πλευρά να θεωρεί δεδομένο ότι θα παραμείνει μια υπόθεση μόνο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας;

Τα σημερινά δεδομένα δείχνουν ότι η απάντηση είναι πολύ πιο περίπλοκη απ’ ό,τι ήταν πριν από λίγα χρόνια.

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

twenty − seven =

Απόρρητο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies ώστε να μπορούμε να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες cookie αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώριση σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και η βοήθεια της ομάδας μας να κατανοήσει ποιες ενότητες του ιστότοπου θεωρείτε πιο ενδιαφέρουσες και χρήσιμες.