Ελλάδα – Αίγυπτος | Ανοίγει ο δρόμος για επέκταση της ΑΟΖ – Οι επόμενες κινήσεις και το πιθανό χρονοδιάγραμμα
22 Οκτωβρίου 2026 | Διπλωματικό ρεπορτάζ – Γεωπολιτική ανάλυση
Η Αθήνα και το Κάιρο επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα της θαλάσσιας οριοθέτησης, μετά τις τελευταίες κινήσεις της Λιβύης και της Τουρκίας. Τι επιβεβαιώνει η αιγυπτιακή πλευρά, γιατί η μερική συμφωνία του 2020 αποκτά νέα σημασία και ποιο είναι το ρεαλιστικό σενάριο για τους επόμενους μήνες.
Η Ανατολική Μεσόγειος εισέρχεται σε μια νέα περίοδο έντονης διπλωματικής κινητικότητας, με την Ελλάδα και την Αίγυπτο να επαναφέρουν στο τραπέζι των συνομιλιών τον καθορισμό των θαλάσσιων ζωνών τους. Η τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν σήμερα, Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης και ο Αιγύπτιος ομόλογός του Μπαντρ Αμπντελάτι, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα μετά την απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβύης να εγκρίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019.
Η είδηση δεν περιορίζεται στην καταδίκη μιας ακόμη τουρκολιβυκής κίνησης. Σύμφωνα με όσα μετέδωσε σήμερα ο αιγυπτιακός Τύπος, επικαλούμενος τον εκπρόσωπο του υπουργείου Εξωτερικών της Αιγύπτου, πρέσβη Νάντερ Ζάκι, οι δύο υπουργοί συμφώνησαν να συνεχίσουν τις διαβουλεύσεις για τον καθορισμό των θαλάσσιων συνόρων, σύμφωνα με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου και τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Το αιγυπτιακό μέσο Al Gomhour επιβεβαιώνει παράλληλα ότι Αθήνα και Κάιρο απορρίπτουν την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή.
Η αντίδραση της Αθήνας και η σημασία του 2020
Η ελληνική κυβέρνηση είχε ήδη τοποθετηθεί στις 20 Οκτωβρίου, απορρίπτοντας την απόφαση της λιβυκής Βουλής και υποστηρίζοντας ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και τα κυριαρχικά δικαιώματα κρατών της περιοχής.
Η Αθήνα επισημαίνει ότι η Τουρκία και η Λιβύη δεν διαθέτουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές που να θεμελιώνουν τη συγκεκριμένη οριοθέτηση και ότι το μνημόνιο αγνοεί τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών σε θαλάσσιες ζώνες.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερο γεωπολιτικό ενδιαφέρον, διότι το λιβυκό κοινοβούλιο στην ανατολική Λιβύη, το οποίο προηγουμένως είχε απορρίψει το μνημόνιο, προχώρησε τελικά στην έγκρισή του. Πρόκειται για αλλαγή στάσης που αποτυπώνει και την προσέγγιση της ανατολικής λιβυκής πλευράς με την Άγκυρα.
Η Ελλάδα διαθέτει ήδη ένα σημαντικό διπλωματικό και νομικό θεμέλιο: τη συμφωνία του Αυγούστου 2020 για τη μερική οριοθέτηση ΑΟΖ με την Αίγυπτο.
Ωστόσο, η συμφωνία αυτή δεν ολοκληρώνει την οριοθέτηση σε όλο το μήκος των δυνητικά κοινών θαλάσσιων ζωνών των δύο χωρών. Αφήνει εκκρεμή τμήματα προς ανατολάς και προς δυσμάς, γεγονός που σημαίνει ότι ενδεχόμενη επέκτασή της απαιτεί νέες διαπραγματεύσεις.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της σημερινής κινητικότητας.
Τι αποκαλύπτει η αιγυπτιακή στάση
Ο αιγυπτιακός Τύπος εμφανίζεται να δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στη στρατηγική συνεργασία με την Ελλάδα και στην ανάγκη συντονισμού για τις εξελίξεις στη Λιβύη.
Ήδη στις 20 Οκτωβρίου, η αιγυπτιακή Al Ahram είχε αναφερθεί σε προηγούμενη επικοινωνία των δύο υπουργών, στην οποία συζητήθηκαν οι περιφερειακές εξελίξεις και οι προετοιμασίες για την επόμενη τριμερή σύνοδο Ελλάδας, Αιγύπτου και Κύπρου.
Η νέα επικοινωνία της 22ας Οκτωβρίου προσθέτει ένα πιο συγκεκριμένο στοιχείο: τη δημόσια αναφορά στη συνέχιση των διαβουλεύσεων για τη θαλάσσια οριοθέτηση.
Δεν υπάρχει, πάντως, ανακοίνωση για ολοκληρωμένη συμφωνία ούτε προσδιορισμός των θαλάσσιων περιοχών που θα αποτελέσουν αντικείμενο της επόμενης φάσης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι μόλις μία ημέρα νωρίτερα, στις 21 Οκτωβρίου, ο Γιώργος Γεραπετρίτης είχε δηλώσει, μιλώντας στο MEGA News, ότι το ενδεχόμενο επέκτασης της υφιστάμενης συμφωνίας θα συζητηθεί στο μέλλον, όταν αξιολογηθούν οι συνθήκες.
Η διατύπωση αυτή επιβεβαιώνει ότι το ζήτημα βρίσκεται στη διπλωματική ατζέντα, χωρίς να σημαίνει ότι έχει ήδη ληφθεί απόφαση για άμεση υπογραφή νέας συμφωνίας.
Γεωπολιτική εκτίμηση: Πώς είναι πιθανό να κινηθούν Αθήνα και Κάιρο
Η λογική της διπλωματίας δείχνει ότι Ελλάδα και Αίγυπτος έχουν λόγους να διατηρήσουν ανοιχτή τη διαδικασία των διαβουλεύσεων, αλλά και να αποφύγουν βεβιασμένες κινήσεις.
Για την Αθήνα, η επέκταση της υφιστάμενης οριοθέτησης θα μπορούσε να αποτελέσει πρόσθετο διπλωματικό εργαλείο απέναντι στις διεκδικήσεις που αποτυπώνονται στο τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Για το Κάιρο, προτεραιότητα παραμένει η προστασία των δικών του θαλάσσιων συμφερόντων, η ενεργειακή συνεργασία, καθώς και η διατήρηση ισορροπιών με τα κράτη της περιοχής.
Αυτό σημαίνει ότι η αιγυπτιακή κυβέρνηση δεν είναι δεδομένο πως θα αποδεχθεί αυτομάτως κάθε ελληνική πρόταση οριοθέτησης. Θα επιδιώξει μια συμφωνία που θα θεωρεί ότι εξυπηρετεί τα αιγυπτιακά συμφέροντα.
Το ανατολικό τμήμα και το Καστελλόριζο
Ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα αφορά ενδεχόμενη επέκταση της συμφωνίας προς ανατολάς, στην ευρύτερη περιοχή όπου τίθενται ζητήματα επήρειας του συμπλέγματος Μεγίστης και επικάλυψης διαφορετικών διεκδικήσεων.
Η Ελλάδα υποστηρίζει ότι τα νησιά διαθέτουν δικαιώματα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας. Η Τουρκία προβάλλει διαφορετικές θέσεις ως προς την επήρεια των νησιών στη θαλάσσια οριοθέτηση.
Η διαφορά είναι σημαντική, διότι η ύπαρξη δικαιώματος σε θαλάσσιες ζώνες και το ακριβές αποτέλεσμα μιας οριοθέτησης μεταξύ κρατών δεν είναι ταυτόσημα νομικά ζητήματα.
Κατά την εκτίμησή μας, το ανατολικό τμήμα θα είναι δυσκολότερο να συμφωνηθεί από μια περιορισμένη τεχνική συμπλήρωση υπάρχουσας οριοθέτησης. Η σύνδεσή του με τις τουρκικές διεκδικήσεις καθιστά κάθε πιθανή συμφωνία ιδιαίτερα ευαίσθητη.
Ο ρόλος της Κρήτης και της Λιβύης
Εξίσου σημαντική είναι η διάσταση της Κρήτης και των θαλάσσιων περιοχών νοτίως αυτής.
Η νέα στάση της ανατολικής Λιβύης δημιουργεί πρόσθετο διπλωματικό πρόβλημα για την Αθήνα, καθώς η έγκριση του μνημονίου από τη Βεγγάζη διευρύνει την πολιτική αποδοχή του στο εσωτερικό της Λιβύης, χωρίς αυτό να επιλύει τις ενστάσεις νομιμότητας που διατυπώνει η Ελλάδα.
Η επέκταση της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας μπορεί να ενισχύσει τη θέση των δύο χωρών, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να οριοθετήσει δεσμευτικά θαλάσσιες ζώνες τρίτου κράτους, όπως της Λιβύης.
Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων, το οποίο ο Γιώργος Γεραπετρίτης επανέφερε στη δημόσια συζήτηση στις 21 Οκτωβρίου, διευκρινίζοντας ότι η Ελλάδα θα ασκήσει το σχετικό δικαίωμα στον χρόνο που η ίδια θα επιλέξει. Πρόκειται για διαφορετική διαδικασία από τη διμερή οριοθέτηση ΑΟΖ.
Το πιθανό χρονοδιάγραμμα – Τι μπορεί να συμβεί από τώρα έως το 2028
Με βάση τα σημερινά δεδομένα, η πλέον ρεαλιστική εκτίμηση είναι ότι θα προηγηθεί μια περίοδος εντατικών διπλωματικών επαφών και τεχνικών διαβουλεύσεων, προτού υπάρξει οποιαδήποτε ουσιαστική απόφαση για νέα οριοθέτηση.
Οι παρακάτω περίοδοι αποτελούν αναλυτική εκτίμηση και όχι επίσημο κυβερνητικό χρονοδιάγραμμα.
Οκτ.–Δεκ.
2026
Πολιτικές και διπλωματικές επαφές
Πιθανή εντατικοποίηση της επικοινωνίας Αθήνας–Καΐρου, αξιοποίηση της τριμερούς συνεργασίας με την Κύπρο και αξιολόγηση των συνεπειών της λιβυκής απόφασης.
Ιαν.–Ιούν.
2027
Πιθανή τεχνική προετοιμασία
Εφόσον υπάρξει πολιτική εντολή, θα μπορούσαν να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις ειδικών για χάρτες, συντεταγμένες, νομικές θέσεις και εναλλακτικές γραμμές οριοθέτησης.
Β΄ εξάμηνο
2027
Πιθανή πολιτική απόφαση
Εάν οι τεχνικές συνομιλίες έχουν αποδώσει, θα μπορούσε να ανακοινωθεί πρόοδος, ένα διαπραγματευτικό πλαίσιο ή, υπό ευνοϊκές συνθήκες, συμφωνία για συγκεκριμένο τμήμα οριοθέτησης.
2028+
Ενδεχόμενη ολοκλήρωση ή παρατεταμένη διαπραγμάτευση
Μια ευρύτερη συμφωνία μπορεί να απαιτήσει πρόσθετο χρόνο, ιδιαίτερα εάν οι δύο πλευρές επιδιώξουν να αντιμετωπίσουν τα δυσκολότερα ανατολικά ζητήματα.
Το ενδεχόμενο υπογραφής ήδη μέσα στο 2027 δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ωστόσο, δεν υπάρχει σήμερα επαρκής βάση για να θεωρηθεί δεδομένο.
Το βασικό σενάριο είναι πολιτική και τεχνική κινητικότητα μέσα στους επόμενους 3 έως 9 μήνες, με πιθανό ορίζοντα ουσιαστικής διαπραγματευτικής προόδου εντός του 2027. Η τελική συμφωνία, όμως, ενδέχεται να απαιτήσει πολύ περισσότερο χρόνο ή να παραμείνει σε εκκρεμότητα.
Πώς αναμένεται να αντιδράσει η Τουρκία
Η Άγκυρα έχει επενδύσει διπλωματικά στο τουρκολιβυκό μνημόνιο και πλέον διαθέτει ένα πρόσθετο πολιτικό επιχείρημα μετά την έγκρισή του από τη Βουλή της ανατολικής Λιβύης.
Αν Αθήνα και Κάιρο προχωρήσουν σε ουσιαστική διαπραγμάτευση για επέκταση της ΑΟΖ, μια πιθανή τουρκική αντίδραση θα ήταν η εντατικοποίηση των διπλωματικών παρεμβάσεων προς την Αίγυπτο και τη Λιβύη, η επανάληψη των γνωστών θέσεων για τη θαλάσσια οριοθέτηση και η προσπάθεια διατήρησης της τουρκικής επιρροής στην περιοχή.
Δεν μπορεί να αποκλειστεί ούτε η αξιοποίηση ερευνητικών δραστηριοτήτων ή ναυτικών αναγγελιών ως μέσων προβολής των τουρκικών θέσεων. Αυτό, πάντως, αποτελεί πιθανό σενάριο και όχι επιβεβαιωμένο επιχειρησιακό σχεδιασμό.
Η Τουρκία, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο συμβαδίζει με το διεθνές δίκαιο, σε αντίθεση με τη θέση που έχουν διατυπώσει η Ελλάδα και η Αίγυπτος.
Το συμπέρασμα: Μια νέα διπλωματική αναμέτρηση με ανοιχτό αποτέλεσμα
Η σημερινή επικοινωνία Γεραπετρίτη – Αμπντελάτι αποτελεί μια αξιοσημείωτη εξέλιξη σε μια περίοδο κατά την οποία οι ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο επαναπροσδιορίζονται.
Η Ελλάδα διαθέτει τη συμφωνία του 2020 ως αφετηρία για ενδεχόμενες περαιτέρω διαπραγματεύσεις. Η Αίγυπτος παραμένει σημαντικός εταίρος με συγκλίνοντα, αλλά όχι ταυτόσημα, συμφέροντα. Και η Τουρκία επιδιώκει να αξιοποιήσει τη νέα στάση της ανατολικής Λιβύης.
Η κρίσιμη εξέλιξη δεν θα είναι απλώς μια νέα συνάντηση υπουργών Εξωτερικών, αλλά το αν οι δύο κυβερνήσεις θα δώσουν συγκεκριμένη πολιτική εντολή για διαπραγματεύσεις επί χαρτών και συντεταγμένων.
Η εκτίμηση είναι ότι το 2027 μπορεί να εξελιχθεί σε χρονιά ουσιαστικών διαπραγματεύσεων για την ελληνοαιγυπτιακή ΑΟΖ. Δεν είναι όμως ακόμη δυνατό να εκτιμηθεί με αξιοπιστία αν αυτές θα καταλήξουν σε υπογραφή συμφωνίας.
Η Ανατολική Μεσόγειος εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η διπλωματία, το Δίκαιο της Θάλασσας και τα ενεργειακά συμφέροντα θα καθορίσουν τις επόμενες κινήσεις.
Και το ερώτημα που πλέον τίθεται είναι συγκεκριμένο: Θα αξιοποιήσουν Αθήνα και Κάιρο τη νέα συγκυρία για να επεκτείνουν τη συμφωνία του 2020 ή θα επιλέξουν να διατηρήσουν την οριοθέτηση σε εκκρεμότητα, αποφεύγοντας μια ευρύτερη περιφερειακή αντιπαράθεση;
