RF-84F Thunderflash | Στο εσωτερικό των φωτογραφικών συστημάτων του ελληνικού αναγνωριστικού
Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, η ελληνική Αεροπορία εισήλθε σε μια νέα περίοδο επιχειρησιακών δυνατοτήτων. Η ένταξη του Republic RF-84F Thunderflash δεν αποτελούσε απλώς την παραλαβή ενός ακόμη αεριωθούμενου αεροσκάφους. Σήμαινε την απόκτηση μιας ειδικά σχεδιασμένης πλατφόρμας τακτικής φωτοαναγνώρισης, η οποία μπορούσε να καταγράφει εγκαταστάσεις, γεωγραφικές περιοχές και στρατιωτικούς στόχους από διαφορετικά ύψη και γωνίες, χρησιμοποιώντας εξειδικευμένο φωτογραφικό εξοπλισμό.
Η αξία του Thunderflash βρισκόταν στο εμπρόσθιο τμήμα της ατράκτου του. Εκεί όπου το μαχητικό-βομβαρδιστικό F-84F Thunderstreak διέθετε την κεντρική εισαγωγή αέρα του κινητήρα, το RF-84F ενσωμάτωνε ειδικά διαμερίσματα φωτομηχανών. Για να καταστεί δυνατή αυτή η διάταξη, οι εισαγωγές αέρα μεταφέρθηκαν στις ρίζες των πτερύγων.
Η συγκεκριμένη σχεδιαστική επιλογή δεν ήταν μια απλή τροποποίηση του αεροσκάφους. Αποτελούσε βασικό χαρακτηριστικό της αναγνωριστικής έκδοσης, επιτρέποντας την εγκατάσταση διαφορετικών φωτομηχανών, οπτικών συστημάτων και μηχανισμών λειτουργίας στο εμπρόσθιο τμήμα της ατράκτου.
Από τα τροποποιημένα F-84G στο RF-84F
Η ιστορία της ελληνικής φωτοαναγνώρισης με αεριωθούμενα αεροσκάφη είχε ξεκινήσει πριν από την άφιξη των Thunderflash.
Το 1953 συγκροτήθηκε στην Ελευσίνα το Σμήνος Αναγνωρίσεως, χρησιμοποιώντας τροποποιημένα F-84G Thunderjet. Σε έξι αεροσκάφη πραγματοποιήθηκαν μετατροπές που επέτρεπαν την εγκατάσταση φωτογραφικού εξοπλισμού σε εξωτερική δεξαμενή.
Η πρώτη δοκιμαστική πτήση του τροποποιημένου F-84G με κωδικό FS-052 πραγματοποιήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 1953, με χειριστή τον Υποσμηναγό (Ι) Αλέξανδρο Παπανικολάου.
Το 1955 ακολούθησε η εισαγωγή του Lockheed RT-33A, με ειδικά διαμορφωμένο ρύγχος για φωτογραφικό εξοπλισμό.
Η ουσιαστική αλλαγή πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 1956, όταν άρχισε η παραλαβή των RF-84F Thunderflash μέσω του αμερικανικού προγράμματος στρατιωτικής βοήθειας.
Τα αεροσκάφη εντάχθηκαν στην 348 Μοίρα Τακτικής Αναγνώρισης, με έδρα την Αεροπορική Βάση Λάρισας. Το RF-84F παρέμεινε σε ελληνική υπηρεσία μέχρι το 1991, παράλληλα για ένα διάστημα με τα νεότερα RF-4E Phantom II.
Ένα ειδικά σχεδιασμένο φωτογραφικό σύστημα
Σύμφωνα με το επίσημο εγχειρίδιο πτήσης της USAF, T.O. 1F-84(R)F-1 της 1ης Ιανουαρίου 1966, το εμπρόσθιο τμήμα της ατράκτου του RF-84F διαιρούνταν σε δύο διαμερίσματα εγκατάστασης φωτομηχανών.
Το πρόσθιο διαμέρισμα μπορούσε να φιλοξενεί φωτομηχανή πρόσθιας λοξής λήψης, πρόσθια κατακόρυφη φωτομηχανή και φωτομηχανές πλευρικής λοξής λήψης.
Στο οπίσθιο διαμέρισμα προβλέπονταν θέσεις για πρόσθετη αριστερή λοξή φωτομηχανή και την κύρια κατακόρυφη φωτομηχανή.
Οι φωτομηχανές δεν λειτουργούσαν υποχρεωτικά όλες ταυτόχρονα. Η επιλογή και η εγκατάστασή τους εξαρτιόταν από τη διαμόρφωση του εξοπλισμού και τις απαιτήσεις της αποστολής.
Η ύπαρξη διαφορετικών σταθμών επέτρεπε την εκτέλεση αποστολών φωτοαναγνώρισης σε μεγάλο ή μικρό ύψος, ημέρα και, με τον κατάλληλο εξοπλισμό, τη νύχτα.
Οι φωτομηχανές K-17C, K-22A και K-38
Το τεχνικό εγχειρίδιο περιλαμβάνει συγκεκριμένο πίνακα συμβατών φωτομηχανών, με τίτλο Chart of Camera Applications, στο σχήμα 4-20.
Μεταξύ των προβλεπόμενων τύπων περιλαμβάνονται οι K-17C, K-22A, K-38, T-11, KA-2 και K-37, ανάλογα με τον σταθμό εγκατάστασης και τη φωτογραφική αποστολή.
Η K-17C μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με διαφορετικές οπτικές διαμορφώσεις, ενώ η K-22A προβλεπόταν για συγκεκριμένες θέσεις λοξής ή κατακόρυφης λήψης.
Η K-38, με φακούς εστιακής απόστασης 24 ή 36 ιντσών στις προβλεπόμενες διαμορφώσεις, αποτελούσε επιλογή για φωτογραφική αποτύπωση περιορισμένου πεδίου από μεγαλύτερο ύψος.
Η εστιακή απόσταση είχε ουσιαστικό επιχειρησιακό ρόλο. Για δεδομένο μέγεθος φωτογραφικού αρνητικού, ένας φακός μεγαλύτερης εστιακής απόστασης κάλυπτε μικρότερη έκταση εδάφους από το ίδιο ύψος, προσφέροντας μεγαλύτερη κλίμακα απεικόνισης του στόχου.
Αντίθετα, φακοί μικρότερης εστιακής απόστασης επέτρεπαν την κάλυψη μεγαλύτερων εκτάσεων, χρήσιμη για γενικότερη αναγνώριση και χαρτογραφική αποτύπωση.
Tri-Metrogon: Τρεις φωτομηχανές για ευρεία κάλυψη
Ένα από τα σημαντικότερα φωτογραφικά συστήματα που περιγράφει το εγχειρίδιο ήταν η διάταξη Tri-Metrogon.
Η λειτουργία της βασιζόταν στη συνδυασμένη χρήση τριών φωτομηχανών: μιας κατακόρυφης και δύο πλευρικών λοξών, στραμμένων δεξιά και αριστερά.
Με αυτή τη γεωμετρία λήψης ήταν δυνατή η αποτύπωση πολύ μεγαλύτερου εύρους εδάφους σε σχέση με μία αποκλειστικά κατακόρυφη φωτομηχανή.
Η μέθοδος ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη για φωτογραφική κάλυψη εκτεταμένων γεωγραφικών περιοχών.
Το σύστημα δεν αποτελούσε ψηφιακή τεχνολογία ούτε παρήγαγε αυτομάτως ενιαία φωτογραφία. Βασιζόταν σε φωτογραφικά αρνητικά και σε μεταγενέστερη επεξεργασία και αξιολόγηση των λήψεων.
Ηλεκτρικός έλεγχος και προγραμματισμός των λήψεων
Το RF-84F δεν απαιτούσε από τον χειριστή να ενεργοποιεί μηχανικά κάθε φωτομηχανή χωριστά.
Το εγχειρίδιο περιγράφει σύστημα ηλεκτρικού ελέγχου με κεντρικούς διακόπτες και επιμέρους χειριστήρια φωτομηχανών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίαζαν οι τρεις χρονοδιακόπτες διαδοχικών λήψεων, γνωστοί ως intervalometers.
Αυτοί επέτρεπαν τη ρύθμιση του χρονικού διαστήματος μεταξύ διαδοχικών εκθέσεων του φωτογραφικού φιλμ, από 0,5 έως 60 δευτερόλεπτα, σε βήματα μισού δευτερολέπτου.
Η λειτουργία αυτή επέτρεπε τη διαδοχική αποτύπωση περιοχών κατά την πτήση του αεροσκάφους.
Ο χειριστής μπορούσε επίσης να ενεργοποιεί τη λήψη μέσω διακόπτη στη χειρολαβή του χειριστηρίου, ενώ υπήρχε δυνατότητα μεμονωμένης πρόσθετης φωτογραφίας.
Κλιματισμός, κενό αέρος και προστατευτικές θυρίδες
Η ποιότητα της αεροφωτογραφίας δεν εξαρτιόταν αποκλειστικά από τον φακό.
Το RF-84F διέθετε ειδικό σύστημα κλιματισμού των διαμερισμάτων φωτομηχανών, ώστε να διατηρούνται κατάλληλες συνθήκες λειτουργίας.
Το εγχειρίδιο προβλέπει θερμοκρασία σταθεροποίησης από 18,3 έως 29,3 βαθμούς Κελσίου, πριν από την ενεργοποίηση του φωτογραφικού εξοπλισμού, σύμφωνα με τη σχετική διαδικασία.
Παράλληλα, ένα σύστημα κενού συγκρατούσε το φιλμ στο εστιακό επίπεδο της φωτομηχανής κατά την έκθεση. Η σωστή επιπεδότητα του φιλμ ήταν απαραίτητη για την ποιότητα της φωτογραφικής απεικόνισης.
Η κύρια κατακόρυφη φωτομηχανή, το σύστημα οπτικής παρατήρησης και το φωτοηλεκτρικό στοιχείο προστατεύονταν από θυρίδες που λειτουργούσαν υδραυλικά.
Το αεροσκάφος διέθετε και εφεδρικό πνευματικό σύστημα ανοίγματος των θυρίδων, ώστε η φωτογραφική αποστολή να μπορεί να συνεχιστεί σε περίπτωση αστοχίας του υδραυλικού συστήματος.
Η δυνατότητα νυχτερινής φωτοαναγνώρισης
Το RF-84F είχε σχεδιαστεί ώστε να μπορεί να εκτελεί και νυχτερινές φωτογραφικές αποστολές μικρού ύψους.
Η σχετική διαμόρφωση περιλάμβανε φωτομηχανή K-37 και ειδικά φωτοφωτιστικά φυσίγγια, τα οποία εκτοξεύονταν από φορείς αναρτημένους σε εξωτερικούς πυλώνες των πτερύγων.
Το σύστημα παρείχε τον απαραίτητο στιγμιαίο φωτισμό για τη φωτογράφιση του εδάφους.
Ένα φωτοηλεκτρικό στοιχείο ανίχνευε τη λάμψη και συμμετείχε στον αυτοματισμό λειτουργίας του φωτογραφικού εξοπλισμού.
Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση: η δυνατότητα νυχτερινής φωτοαναγνώρισης τεκμηριώνεται για τον τύπο RF-84F από το αμερικανικό εγχειρίδιο. Δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι η συγκεκριμένη διαμόρφωση χρησιμοποιήθηκε επιχειρησιακά από την ελληνική 348 ΜΤΑ.
Ο άνθρωπος πίσω από το φωτογραφικό σύστημα
Παρά τον εξειδικευμένο εξοπλισμό του, το RF-84F παρέμενε μονοθέσιο αεροσκάφος.
Ο χειριστής ήταν υπεύθυνος τόσο για την ασφαλή πτήση όσο και για την ορθή εκτέλεση της φωτογραφικής αποστολής.
Η επιλογή ύψους, πορείας, ταχύτητας και κατάλληλου σημείου φωτογράφησης επηρέαζε άμεσα το τελικό αποτέλεσμα.
Το αεροσκάφος διέθετε επίσης οπτικό σύστημα παρατήρησης του εδάφους (viewfinder), το οποίο επέτρεπε στον χειριστή να παρακολουθεί την περιοχή ενδιαφέροντος.
Η αποστολή δεν ολοκληρωνόταν με την προσγείωση. Ακολουθούσε η παραλαβή και εμφάνιση των φωτογραφικών φιλμ και η φωτοερμηνεία, δηλαδή η συστηματική εξέταση των εικόνων για την εξαγωγή πληροφοριών.
Η θέση του RF-84F στην ιστορία της Πολεμικής Αεροπορίας
Το RF-84F Thunderflash συνέβαλε στην ανάπτυξη της τακτικής φωτοαναγνώρισης της Πολεμικής Αεροπορίας κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.
Η επιχειρησιακή αξία του βρισκόταν στην ικανότητα συλλογής οπτικών πληροφοριών για την κατάσταση εγκαταστάσεων, υποδομών, συγκεντρώσεων υλικού και περιοχών στρατιωτικού ενδιαφέροντος.
Η χρήση διαφορετικών φωτομηχανών, οι δυνατότητες κατακόρυφης και λοξής φωτογράφισης και οι αυτοματοποιημένοι μηχανισμοί λήψης καθιστούσαν το Thunderflash ένα εξειδικευμένο μέσο συλλογής πληροφοριών για την εποχή του.
Η σταδιακή αντικατάστασή του από το RF-4E Phantom II σηματοδότησε τη μετάβαση της 348 Μοίρας Τακτικής Αναγνώρισης σε νεότερη γενιά φωτοαναγνωριστικών αεροσκαφών.
Το Thunderflash, ωστόσο, κατέχει ιδιαίτερη θέση στην ελληνική αεροπορική ιστορία. Ήταν ένα από τα αεροσκάφη που διαμόρφωσαν τη μετάβαση από τις πρώτες, περιορισμένες δυνατότητες φωτοαναγνώρισης με τροποποιημένα μαχητικά σε μια οργανωμένη και εξειδικευμένη αεροπορική αποστολή.
Μια τεχνολογία που αποτύπωνε την πραγματικότητα σε φωτογραφικό φιλμ, πολύ πριν η ψηφιακή απεικόνιση και οι σύγχρονοι ηλεκτροοπτικοί αισθητήρες αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο οι αεροπορίες συλλέγουν πληροφορίες.








