Η Άγκυρα ανοίγει τον φάκελο του πολέμου | Επίσημη επιστολή Γκιουλέρ βάζει Ελλάδα και Ισραήλ στο κάδρο

 Η Άγκυρα ανοίγει τον φάκελο του πολέμου | Επίσημη επιστολή Γκιουλέρ βάζει Ελλάδα και Ισραήλ στο κάδρο

Αποκάλυψη με ελληνικό ενδιαφέρον: Η Τουρκία δηλώνει ότι επικαιροποιεί τον στρατιωτικό της σχεδιασμό, παρακολουθεί στενά την ελληνοϊσραηλινή αμυντική συνεργασία και εξετάζει όλα τα σενάρια – από την κρίση έως τον πόλεμο

Ένα έγγραφο που έφτασε στην τουρκική Βουλή στις 10 Αυγούστου έρχεται να δώσει νέα διάσταση στη συζήτηση για την ασφάλεια στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας της Τουρκίας, Γιασάρ Γκιουλέρ, απαντώντας σε κοινοβουλευτική ερώτηση του βουλευτή του CHP Χασάν Οζτουρκμέν, αναφέρει ότι ο τουρκικός κρατικός μηχανισμός συνεχίζει να επεξεργάζεται σενάρια που περιλαμβάνουν «πιθανή κρίση, ένταση και πόλεμο» στην ευρύτερη περιοχή.

Η συγκεκριμένη διατύπωση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα όχι επειδή αποτελεί από μόνη της προαναγγελία πολέμου, αλλά επειδή προέρχεται από τον ίδιο τον Τούρκο υπουργό Άμυνας και συνδέεται με μια απάντηση που αφορά την Ελλάδα, το Αιγαίο και την αυξανόμενη στρατιωτική συνεργασία Αθήνας και Ιερουσαλήμ.

Η έρευνα του Nordic Monitor δημοσιοποίησε πρώτη το περιεχόμενο της επιστολής. Η διατύπωση που αποδίδεται στο τουρκικό υπουργείο Άμυνας είναι ότι οι μελέτες για «κάθε είδους εξελίξεις, συμπεριλαμβανομένης πιθανής κρίσης, έντασης και πολέμου» συνεχίζονται μεθοδικά και σε πλήρη συντονισμό με όλες τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες.

Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο στοιχείο του εγγράφου: η Άγκυρα δεν μιλά μόνο για στρατιωτική ετοιμότητα. Μιλά για συντονισμό «όλων των κρατικών φορέων».

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία έχει αποφασίσει να κινηθεί στρατιωτικά εναντίον της Ελλάδας. Σημαίνει όμως ότι το ενδεχόμενο μιας σοβαρής περιφερειακής κρίσης βρίσκεται ενσωματωμένο στον επίσημο σχεδιασμό της.


Η ερώτηση που άνοιξε τον φάκελο

Η επιστολή του Γκιουλέρ ήταν απάντηση σε ερώτηση του βουλευτή του CHP Χασάν Οζτουρκμέν, ο οποίος είχε ζητήσει από την τουρκική κυβέρνηση να τοποθετηθεί για την ελληνική στρατιωτική ενίσχυση στα νησιά του Αιγαίου και κυρίως για τη συνεργασία της Ελλάδας με το Ισραήλ.

Στο επίκεντρο της ερώτησης βρέθηκαν πληροφορίες που κυκλοφορούν στην Τουρκία σχετικά με την εγκατάσταση ή ενίσχυση αντιαεροπορικών δυνατοτήτων στα ελληνικά νησιά, την κατασκευή ή ενίσχυση υποδομών, την προστασία κέντρων διοίκησης και αποθηκών πυρομαχικών, καθώς και την πιθανότητα ανάπτυξης συστημάτων ισραηλινής προέλευσης.

Ο Τούρκος βουλευτής έθεσε επίσης το ζήτημα της ελληνικής αρχιτεκτονικής αεράμυνας, που στην Αθήνα έχει λάβει την ονομασία «Achilles Shield», και ζήτησε να πληροφορηθεί ποια μέτρα λαμβάνει η Άγκυρα.

Ο Γκιουλέρ δεν αποκάλυψε επιχειρησιακά σχέδια, συγκεκριμένες τουρκικές λεπτομέρειες για πιθανά αντίμετρα.

Η απάντηση ήταν πολιτικά και στρατηγικά προσεκτική, αλλά ταυτόχρονα ιδιαίτερα σαφής: η Τουρκία δηλώνει ότι παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο και ότι θα λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία των συμφερόντων και της ασφάλειάς.


Το στοιχείο που επιβεβαιώνεται από δεύτερη τουρκική πηγή

Η ουσία της αποκάλυψης δεν μένει μόνο στο δημοσίευμα του Nordic Monitor.

Στις 2 Αυγούστου, το τουρκικό κρατικό πρακτορείο Anadolu είχε μεταδώσει μια άλλη απάντηση του Γκιουλέρ σε κοινοβουλευτική ερώτηση, η οποία αφορούσε την Κύπρο και τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο.

Εκεί ο Τούρκος υπουργός Άμυνας δήλωσε ότι η Άγκυρα αναλύει προσεκτικά τις εξελίξεις στην Κύπρο και στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων του Ισραήλ στην Κυπριακή Δημοκρατία, και ότι λαμβάνονται τα απαραίτητα στρατιωτικά και πολιτικά μέτρα απέναντι σε πιθανές απειλές.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η αναφορά του ότι η στρατιωτική ετοιμότητα της Τουρκίας για την ασφάλεια της Τουρκίας και του ψευδοκράτους «επικαιροποιείται σχολαστικά». 

Πρόκειται για διαφορετική κοινοβουλευτική διαδικασία από την επιστολή της 10ης Αυγούστου, όμως το περιεχόμενο παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη συνέχεια:

Αιγαίο – Ελλάδα – Ισραήλ – Κύπρος – Συρία μπαίνουν όλο και περισσότερο στο ίδιο τουρκικό πρίσμα ασφαλείας.


Η Αθήνα πράγματι χτίζει νέα αρχιτεκτονική άμυνας

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν υπάρχει πραγματική βάση πίσω από την τουρκική ανησυχία για την ελληνοϊσραηλινή στρατιωτική συνεργασία.

Η απάντηση είναι: ναι, η συνεργασία έχει διευρυνθεί σημαντικά.

Στις 20 Ιανουαρίου 2026, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας υποδέχθηκε στην Αθήνα τον Ισραηλινό υπουργό Άμυνας Ισραέλ Κατς.

Σύμφωνα με το ελληνικό υπουργείο Εθνικής Άμυνας, η συνεργασία Ελλάδας και Ισραήλ καλύπτει πλέον ολόκληρο το φάσμα: επιχειρησιακή διαλειτουργικότητα, κοινές ασκήσεις, έρευνα, καινοτομία, αμυντική τεχνολογία και αμυντική βιομηχανία.

Για το 2026 συμφωνήθηκαν 29 δράσεις στην Ελλάδα και 25 στο Ισραήλ.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι οι δύο πλευρές συμφώνησαν να ανταλλάσσουν τεχνογνωσία για την αντιμετώπιση σμηνών μη επανδρωμένων αεροσκαφών, μη επανδρωμένων υποβρυχίων συστημάτων και κυβερνοαπειλών.

 


Το μεγάλο ισραηλινό πακέτο: PULS

Ένα από τα πιο χειροπιαστά στοιχεία της νέας σχέσης είναι η προμήθεια των ισραηλινών συστημάτων πολλαπλής εκτόξευσης πυραύλων PULS.

Εδώ χρειάζεται μία σημαντική διόρθωση σε σχέση με τη διατύπωση που κυκλοφόρησε στο αρχικό δημοσίευμα.

Η επίσημη ανακοίνωση του ισραηλινού υπουργείου Άμυνας και η ανακοίνωση της Elbit Systems τοποθετούν την υπογραφή της συμφωνίας στις 6 Απριλίου 2026, όχι στις 4 Ιουνίου.

Η συμφωνία ανέρχεται σε περίπου 750 εκατ. δολάρια ή 650 εκατ. ευρώ και προβλέπει την προμήθεια εκτοξευτών PULS και μεγάλης γκάμας πυρομαχικών, μεταξύ των οποίων κατευθυνόμενοι πύραυλοι διαφορετικών βεληνεκών και περιφερόμενα πυρομαχικά.

Το πρόγραμμα θα υλοποιηθεί σε ορίζοντα τεσσάρων ετών, ενώ προβλέπεται επιπλέον δεκαετής περίοδος υποστήριξης. 

Η ίδια η ισραηλινή πλευρά χαρακτήρισε τη συμφωνία ως ένδειξη ότι η στρατηγική αμυντική σχέση Ελλάδας και Ισραήλ βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδό της.

Για την Άγκυρα, ένα τέτοιο σύστημα δεν είναι αδιάφορο. Η PULS προσθέτει στην ελληνική στρατιωτική αρχιτεκτονική δυνατότητα προσβολής στόχων σε μεγάλες αποστάσεις, μαζί με σύγχρονα κατευθυνόμενα πυρομαχικά.


Και μετά ήρθε το «Achilles Shield»

Το δεύτερο μεγάλο κομμάτι είναι η ελληνική πολυεπίπεδη αεράμυνα.

Στις 23 Ιουλίου, το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας ενέκρινε σειρά νέων εξοπλιστικών προγραμμάτων.

Ο Νίκος Δένδιας περιέγραψε ένα ολοκληρωμένο δίκτυο αντιαεροπορικής, αντιπυραυλικής και αντι-drone άμυνας, το οποίο θα συνδέεται με ένα ενιαίο σύστημα διοίκησης και ελέγχου.

Η επίσημη ελληνική παρουσίαση μιλά για «Dome» και για μια νέα λογική C5 ISRT: Command, Control, Compute, Communicate, Cyber, μαζί με Intelligence, Surveillance, Reconnaissance και Targeting.

Ο Δένδιας αποκάλυψε ότι το συνολικό κόστος των αντιαεροπορικών συστημάτων ξεπερνά ελαφρώς τα 3 δισ. ευρώ και ότι το σύστημα προβλέπεται να έχει ολοκληρωθεί επιχειρησιακά σε 35 μήνες.

Άρα και εδώ χρειάζεται προσοχή: το συχνά αναφερόμενο ποσό των 3,5 δισ. ευρώ δεν είναι το ακριβές ποσό που έδωσε ο ίδιος ο υπουργός στην επίσημη ενημέρωση. Η επίσημη ελληνική τοποθέτηση μιλά για ποσό λίγο πάνω από τα 3 δισ. ευρώ.

Το σύστημα δεν περιορίζεται στους ισραηλινούς πυραύλους. Η ελληνική κυβέρνηση περιγράφει μια συνολική αρχιτεκτονική που συνδυάζει αισθητήρες, ραντάρ, αντιαεροπορικά και αντι-drone μέσα, μη κινητικά συστήματα αντιμετώπισης UAV, μη επανδρωμένα μέσα, δορυφορικές δυνατότητες και κεντρική διοίκηση και έλεγχο.

Με απλά λόγια: η Αθήνα επιχειρεί να μετατρέψει την άμυνα από ένα σύνολο επιμέρους οπλικών συστημάτων σε ενιαίο δικτυωμένο σύστημα μάχης.


Η Ελλάδα επιταχύνει συνολικά τον εξοπλιστικό της σχεδιασμό

Το ενδιαφέρον είναι ότι οι κινήσεις αυτές δεν γίνονται απομονωμένα.

Στις 8 Ιουλίου, από την Άγκυρα, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε ότι η Ελλάδα ήδη επιτυγχάνει τον στόχο του 3,5% του ΑΕΠ για τις αμυντικές δαπάνες και ότι βρίσκεται σε εξέλιξη πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων ύψους περίπου 25 δισ. ευρώ

Στις 23 Ιουλίου το ΥΠΕΘΑ ανακοίνωσε σειρά νέων προγραμμάτων: αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα, αντι-drone δυνατότητες, επιπλέον UAV, μικροδορυφόρους, νέα μεταγωγικά C-390, υποβρύχια μέσα ειδικών επιχειρήσεων, αναβάθμιση ανθυποβρυχιακών δυνατοτήτων των MEKO και άλλες επενδύσεις.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η πρόβλεψη για τα τρία C-390, καθώς ο Δένδιας επισήμανε ότι ο χρόνος μετάβασης στην Κύπρο μπορεί να μειωθεί σημαντικά.

Η εικόνα που προκύπτει είναι επομένως σαφής:

Η Ελλάδα επενδύει σε αντιαεροπορική άμυνα, μακράς εμβέλειας πυρά, UAV, δορυφορική επιτήρηση, ηλεκτρονικό πόλεμο, κυβερνοάμυνα και δικτυωμένη διοίκηση.

Αυτό ακριβώς είναι το είδος στρατιωτικού μετασχηματισμού που η Τουρκία δεν μπορεί να αγνοήσει.


Η τουρκική απάντηση: «Blue Homeland» και νέα θαλάσσια πίεση

Την ίδια ώρα, η Άγκυρα στέλνει τα δικά της μηνύματα.

Στις 20 Αυγούστου, ο Γκιουλέρ μίλησε στην έναρξη της TEKNOFEST Blue Homeland στο Γκιόλτζουκ και δήλωσε ότι το τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό συνεχίζει να αποτελεί «αποτελεσματική και αποτρεπτική» δύναμη για την προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων της χώρας στη λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα».

Και λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 15 Αυγούστου, η Τουρκία προχώρησε στην έκδοση προεδρικών αποφάσεων για δύο «εθνικά θαλάσσια πάρκα» στο βορειοανατολικό Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Η Αθήνα αντέδρασε έντονα.

Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών υποστήριξε ότι τα τουρκικά πάρκα εκτείνονται πέρα από τα τουρκικά χωρικά ύδατα και ότι, στο μέτρο που καλύπτουν διεθνή ύδατα ή περιοχές ελληνικής υφαλοκρηπίδας, δεν παράγουν έννομο αποτέλεσμα έναντι των ελληνικών δικαιωμάτων.

Ο Υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης δήλωσε στις 23 Αυγούστου ότι η Ελλάδα θεωρεί τις τουρκικές κινήσεις παράνομες και επανέλαβε την ελληνική θέση υπέρ της επίλυσης της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ μέσω του Διεθνούς Δικαίου.

Έτσι, το σκηνικό αποκτά δύο παράλληλες διαστάσεις:

Στρατιωτική ενίσχυση από την Ελλάδα και διεκδικητική θαλάσσια πολιτική από την Τουρκία.


Το πιο ανησυχητικό κομμάτι δεν βρίσκεται όμως στο Αιγαίο

Υπάρχει ένας τρίτος παράγοντας που κάνει την τουρκική επιστολή ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.

Είναι το Ισραήλ.

Οι σχέσεις Άγκυρας–Ιερουσαλήμ έχουν επιδεινωθεί δραματικά, κυρίως λόγω της Συρίας.

Στις 18 Αυγούστου, ισραηλινά αεροσκάφη έπληξαν την αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ στη βορειοδυτική Συρία.

Το Ισραήλ υποστήριξε ότι η Δαμασκός ετοιμαζόταν να επιτρέψει την ανάπτυξη τουρκικών δυνάμεων στην περιοχή και ότι μια τέτοια εξέλιξη αποτελούσε απειλή για την ισραηλινή ασφάλεια.

Η Τουρκία το αρνήθηκε.

Το τουρκικό υπουργείο Άμυνας δήλωσε ότι δεν υπήρχε τουρκική στρατιωτική αντιπροσωπεία στη βάση κατά την επίθεση και κατηγόρησε το Ισραήλ για «απερίσκεπτες» ενέργειες. 

Το σημαντικότερο όμως είναι τι ακολούθησε.

Ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας Ισραέλ Κατς προειδοποίησε τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να μην παρασύρει την Τουρκία σε «επικίνδυνες περιπέτειες» στη Συρία.

Την ίδια στιγμή, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπάθησαν να δημιουργήσουν ή να ενισχύσουν μηχανισμό αποτροπής μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας.

Ο Αμερικανός πρέσβης στο Ισραήλ Μάικ Χάκαμπι δήλωσε στο Reuters ότι η Ουάσιγκτον δεν θεωρούσε πως οι δύο χώρες βρίσκονταν κοντά σε άμεση σύγκρουση, αλλά αναγνώρισε την ανάγκη ενός λειτουργικού μηχανισμού αποκλιμάκωσης. 

Άρα, η τουρκική αναφορά σε προετοιμασία για «κρίση, ένταση και πόλεμο» δεν εμφανίζεται σε κενό.

Έρχεται σε μια στιγμή κατά την οποία η Τουρκία βρίσκεται ταυτόχρονα αντιμέτωπη με:

  • την αντιπαράθεση με την Ελλάδα στο Αιγαίο,
  • τη διαμάχη για τις θαλάσσιες ζώνες,
  • την ενίσχυση της Ελλάδας με ισραηλινά συστήματα,
  • την αυξανόμενη στρατηγική σχέση Αθήνας–Ιερουσαλήμ,
  • την ένταση με το Ισραήλ στη Συρία,
  • και τη διαρκή τουρκική στρατηγική γύρω από την Κύπρο.

«Ελλάδα – Κύπρος – Ισραήλ»: Ο άξονας που βλέπει η Άγκυρα

Η στρατηγική εικόνα δεν περιορίζεται στη διμερή σχέση Ελλάδας–Ισραήλ.

Η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ έχουν τα τελευταία χρόνια αναπτύξει ένα σταθερό πλέγμα συνεργασίας, με κοινές ασκήσεις, αμυντική συνεργασία, ενεργειακά σχέδια και ανταλλαγή τεχνογνωσίας.

Για το 2026, Ελλάδα και Ισραήλ έχουν υπογράψει πρόγραμμα στρατιωτικής συνεργασίας, ενώ η τριμερής συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ συνεχίζεται.

Η ελληνική πλευρά υπογραμμίζει ότι οι συνεργασίες αυτές έχουν αμυντικό και περιφερειακό χαρακτήρα.

Η Άγκυρα, αντίθετα, τις αντιμετωπίζει μέσα από το δικό της πρίσμα ασφάλειας και τις συνδέει με τις εξελίξεις στο Αιγαίο, στην Κύπρο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Αυτή η διαφορά αντίληψης είναι εξαιρετικά σημαντική.

Για την Αθήνα, περισσότερη αποτρεπτική ισχύς σημαίνει ότι μειώνεται ο κίνδυνος σύγκρουσης.

Για την Άγκυρα, η ίδια διαδικασία μπορεί να εκλαμβάνεται ως μεταβολή του στρατιωτικού ισοζυγίου εις βάρος της Τουρκίας.

Και όταν δύο πλευρές αντιλαμβάνονται διαφορετικά την έννοια της αποτροπής, αυξάνεται ο κίνδυνος λανθασμένου υπολογισμού.


Το έγγραφο δεν λέει «έρχεται πόλεμος»

Εδώ χρειάζεται η μεγαλύτερη προσοχή…

Η επιστολή Γκιουλέρ δεν λέει ότι η Τουρκία αποφάσισε πόλεμο με την Ελλάδα.

Δεν υπάρχει σε όσα έχουν δημοσιοποιηθεί κάποια εντολή κινητοποίησης, κάποια ημερομηνία στρατιωτικής επιχείρησης ή κάποια απόφαση επιχειρήσεων.

Αυτό που υπάρχει είναι κάτι διαφορετικό και ίσως πιο ουσιαστικό:

Η τουρκική κυβέρνηση δηλώνει επίσημα ότι επεξεργάζεται σενάρια που φτάνουν μέχρι τον πόλεμο και ότι αυτή η προετοιμασία γίνεται σε συντονισμό με κρατικούς φορείς.

Το γεγονός ότι η συγκεκριμένη αναφορά περιλαμβάνεται σε απάντηση για την Ελλάδα και την ελληνοϊσραηλινή συνεργασία είναι αυτό που της δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα.

Είναι άλλο πράγμα η στρατιωτική ετοιμότητα που κάθε χώρα του ΝΑΤΟ οφείλει να διατηρεί.

Και άλλο η πολιτική επιλογή να συνδέεται δημόσια η διαδικασία αυτή με ένα συγκεκριμένο περιφερειακό στρατηγικό περιβάλλον.


Και η Ελλάδα δεν μένει αδρανής

Η Αθήνα, από την άλλη πλευρά, δεν παρουσιάζει την αμυντική της ενίσχυση ως προετοιμασία για επίθεση.

Η επίσημη ελληνική θέση είναι ότι πρόκειται για πρόγραμμα αποτροπής και εκσυγχρονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων σε ένα πολύ πιο ασταθές διεθνές περιβάλλον.

Το μήνυμα του Δένδια είναι χαρακτηριστικό: η Ελλάδα θέλει Ένοπλες Δυνάμεις που μπορούν να συλλέγουν πληροφορίες από πολλαπλές πηγές, να τις επεξεργάζονται σε πραγματικό χρόνο και να αντιδρούν απέναντι σε διαφορετικές απειλές.

Το «Achilles Shield», τα UAV, οι δορυφόροι, τα PULS, τα Rafale, οι φρεγάτες, οι νέες δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου και τα υπόλοιπα συστήματα αποτελούν κομμάτια αυτής της ευρύτερης εικόνας.

Και εδώ βρίσκεται μια κρίσιμη παράμετρος:

Η Αθήνα δεν επενδύει μόνο σε περισσότερα όπλα. Επενδύει σε ταχύτητα αντίδρασης, αισθητήρες, δικτύωση και πληροφορία.

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο ποιοτικό στοιχείο του νέου ελληνικού αμυντικού σχεδιασμού.


Το πραγματικό ερώτημα: πόσο κοντά βρίσκεται η περιοχή σε μια νέα κρίση;

Με βάση τα στοιχεία που είναι σήμερα διαθέσιμα, δεν υπάρχει τεκμηριωμένη ένδειξη ότι Ελλάδα και Τουρκία οδεύουν άμεσα προς πόλεμο.

Υπάρχει όμως κάτι που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη.

Το περιβάλλον ασφαλείας έχει γίνει πιο σύνθετο.

Η περίοδος σχετικής ηρεμίας που ακολούθησε τη Διακήρυξη των Αθηνών του 2023 φαίνεται να δέχεται πιέσεις. Το Le Monde καταγράφει την αναζωπύρωση της ελληνοτουρκικής έντασης μετά τις τουρκικές αποφάσεις για τα θαλάσσια πάρκα, ενώ επισημαίνει ότι οι βασικές διαφορές για τις θαλάσσιες ζώνες παραμένουν άλυτες. 

Παράλληλα, το ίδιο δημοσίευμα καταγράφει αύξηση των παραβιάσεων του ελληνικού εναέριου χώρου από τουρκικά αεροσκάφη σύμφωνα με τα στοιχεία του ελληνικού υπουργείου Άμυνας, ενώ η Τουρκία προωθεί τη δική της αντίληψη περί «Γαλάζιας Πατρίδας». 

Και πάνω από όλα αυτά προστίθεται πλέον ένας δεύτερος ανταγωνισμός:

Τουρκία εναντίον Ισραήλ.

Αυτό αλλάζει τη γεωπολιτική εξίσωση.

Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, η ελληνική και η ισραηλινή στρατηγική συνεργασία συναντά μια περίοδο αυξανόμενης τουρκικής–ισραηλινής αντιπαράθεσης στη Συρία.

Επομένως, μια κρίση στο Αιγαίο δεν θα εξελισσόταν πλέον υποχρεωτικά ως ένα αποκλειστικά ελληνοτουρκικό επεισόδιο.

Θα μπορούσε να ενταχθεί σε μια πολύ μεγαλύτερη περιφερειακή εξίσωση.


 

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

two + 17 =

Απόρρητο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies ώστε να μπορούμε να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες cookie αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώριση σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και η βοήθεια της ομάδας μας να κατανοήσει ποιες ενότητες του ιστότοπου θεωρείτε πιο ενδιαφέρουσες και χρήσιμες.